Η Σίτσα Καραϊσκάκη για τον Φρίντριχ Χαίλντερλιν

Άρθρο της Σίτσας Καραϊσκάκη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ''Νουμάς''  το 1924.

Με τον Hölderlin αρχίζει μια νέα περίοδος στη Γερμανική λυρική τέχνη. Είναι ο ριζοσπάστης που χάραξε το δρόμο της ρωμαντικής που αρχίζει από τον Hölderlin και φτάνει ως τον Stephan Georg. Στην εποχή του ο Hölderlin μετρήθηκε με το μέτρο των ποιητών της κλασσικής εποχής και βρέθηκε κατώτερος.
Μα σήμερα ίσως είναι κάτι περισσότερο από τον Γκαίτε για τους Γερμανούς, όπως είπε ο Pr. Srich, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Μονάχου που διδάσκει λογοτεχνία.  Τα τελευταία του έργα μάλιστα αγγίζουν όλες τις χορδές της ψυχής και σε μιαν αρμονία τις παρακινούν.

Ένας ανέγγιχτος, καθαρός, άγιος άνθρωπος που μπαίνει σε ένα μοντέρνο κόσμο και με τον οποίο δεν ταιριάζει. Έρχεται από το βασίλειο της λάμψης φέρνοντας το βαγγέλιο μιας απολύτρωσης. Αληθινός ποιητής σε αντίθεση με την εποχή του. Του είτανε γραμμένο να καταστραφεί από την εποχή του. 


Το τραγικό μέσα του είτανε το εξής: Πως ο κόσμος δεν είχε πια την ομορφιά του Ελληνικού πνεύματος. Είτανε μια ηρωϊκή φύση και ανάγγειλε στην εποχή του ένα νέο κόσμο. Για αυτόν η ανθρωπότητα είτανε ακατάστατη σα χάος. Αισθάνεται πως η εποχή του είναι εποχή μιας νύχτας μα κ' εποχή της ελπίδας μιας αυγής. Έτσι έγραψε τα ''Νachtgesauge'' – τα τραγούδια της νύχτας, πούναι σαν αστέρια στη νύχτα της εποχής και σαν υπόσχεση για νέο ξημέρωμα. Θέλει τις ψυχές των συγχρόνων του νανοίξει για νέους θεούς, που θάναι, λέγει, οι αρχαίοι θεοί γιατί μοναχά αυτοί μπορεί να κρατήσουν. Έτσι ο Η. Είναι ένας προφήτης που κοιτάει προς τα πίσω. 

Κατά τους κλασσικούς το θείο αντικείμενο είτανε ο άνθρωπος, δηλ. Ο άνθρωπος της αρμονίας και της ωραίας εσωτερικότητας. Ο Ελλ. Θεός είτανε για τον Γκαίτε ο αντιπρόσωπος του αποθεωμένου ανθρώπου. Ο Γκαίτε είτανε ο ίδιος ένας παρόμοιος τύπος. Μα οι θεοί του  Hölderlin είναι αλλιώτικοι: Είναι οι θεοί που αντιπροσωπεύουν το Σύμπαν, δηλ. Ο Ωκεανός, ο Αιθέρας, το Φως, η Νύχτα. Το ιδανικό του είναι ο αρχαίος Ελληνικός πολιτισμός. Βαθιά εντύπωση του κάνει η κοινή λατρεία ηρώων και θεών. Το κοινό ιερό της Δήλου, αι κοιναί εορταί στα Ολύμπια.

Όλα αυτά του εφαίνοντο ''υμνικά'' και για αυτό η λυρική του Hölderlin είναι ''υμνική'' ενώ του Γκαίτε και Σίλλερ είναι ελεγειακή. Ο ύμνος έχει ως μοτίβο το σύνολο ενώ η κλασσική λυρική τον άνθρωπο. Ο Hölderlin αρχίζει τα τραγούδια του με απλές ένοοιες, πραγματικές, κατόπι προχωρεί σε φιλοσοφικές αψηλές ιδέες στο άπειρο και έπειτα γυρνά και τελειώνει το τραγούδι του με την ίδια απαλότητα, σα μεγάλο πελαγίσο κύμα που ξεψυχά ήρεμα σ' αμμόστρωτο ακρογιάλι. Αυτός ο τρόπος που λέγεται ''επιστροφικός ρυθμός'', τον διακρίνει από τους άλλους ρωμαντικούς. Ο ρυθμός του είναι ελεύτερος, κυρίως γιατί, λέγει, πάνου από το νόμο του ρυθμού στέκεται η ιδέα. Για αυτό η ποίηση του Hölderlin είναι μια ανύψωση πάνου από τόπους και όρια. Δεν παραφερότανε ποτέ σε υπερωμαντισμό, κι αυτό είναι ένα που τον βάζει σε ξεχωριστή θέση από τους άλλους ρωμαντικούς.

Η λυρική του δε μπορούσε νάβρη ρίζα στον Γερμανικό λαό ένεκα του χαρακτήρα του λαού αυτού. Τα τραγούδια του είναι σαν κατηγορητήριο για το Γερμανικό πνεύμα. Στον ''Υπερίωνα'' περιγράφει την αδυναμία των Γερμανών. Αυτός ο λαός, σα να λέγει, δεν έχει τίποτα το κοινό ανάμεσό του και του λείπει η κοινή λατρεία των μεγάλων πνευμάτων.

Κ' είταν αλήθεια. Σα ξένοι περιπλανιόντουσαν τα μεγάλα πνεύματα στην πατρίδα τους. Μεγαλοφυίες σαν τον Kleist  και τον Hölderlin ήσαν ερημίτες μέσα στο λαό τους. Μεταφράζει τον Πίνδαρο. Ο Πίνδαρος είναι η φωνή του λαού του, ενώ ο Hölderlin ένας έρημος κράχτης για τα κοινά ιδανικά. Ένα από τα ωραιότερα ποιήματα είναι ''το Αρχιπέλαγος'', αναπαράσταση της Ελληνικής τοποθεσίας, πολύ πλαστική, μα που κι αυτού αν και ζουγραφιά φαίνεται η λαχτάρα του και η ελπίδα. 


Όλα γι' αυτόν είτανε λαχτάρα, ελπίδα κι ανάμνηση (στο ποίημα του Ψωμί και Κρασί). Αν συναντούσε ένα ωραίο έφηβο ή μια Καρυάτιδα, έμενε γι' αυτόν πάντα ανάμνηση και ελπίδα. Το ιδανικό του η Διοτίμα, η Ελληνίδα, που δεν ξεπληρώθηκε ποτές. Του Χ. η Διοτίμα είτανε ζωντανή παράσταση του φωτός, της ομορφιάς και της ζωής, ενώ του Νοβάλις οι ύμνοι παρουσιάζουνται σαν διάττοντα αστέρια που περνούν και χάνουνται πάλι, του Hölderlin σα δυνατοί φεγγοβόλοι ήλιοι. Αυτή η δύναμη τον ξεχωρίζει ακόμα από τους ρωμαντικούς.

Γεννήθηκε στο Σβάμπεν στα 1770.
Η τύχη του και η ζωή του είτανε συγκινητική. Μια φύση τρυφερής εσωτερικότητας βασανισμένη απ' τη συνάφεια του εξωτερικού κόσμου. Σκισμένος σε δυο ταλαντεβότανε ανάμεσα στον ιδελιστικό, μεταφυσικό, αισθητικό του κόσμο και πραγματικότητα. Στην στενόχωρη ζωή της τότε εποχής του φαινότανε πως δεν υπήρχε χώρος για τα ιδανικά του, - ανθρωπισμό, ομορφιά, λευτεριά και ηρωισμό. 'Ετσι ο νους του μεθυσμένος από όλα αυτά τα ωραία έφτιαξε έναν ονειρώδικο κόσμο όμοιο με τον αρχαίο Ελληνισμό που ενωμένα αρμονικά είτανε η ζωή και το πνεύμα, που πραγματοποιήθηκε η λατρεία της ομορφιάς, της φιλίας και του ηρωισμού.

Στον ψυχικό του αυτόν αγώνα προστεθήκανε στέρησες, ταπείνωσες και ο θάνατος της αγαπημένης του Διοτίμας. Στην αρχ΄'η είτανε οικοδιδάσκαλος στη Φραγκφούρτη. Εκεί ωρίμασε κα έγινε μια ποιητική ανεξάρτητη ατομικότητα. Έλειψαν πια η επίδραση των σκέψεων Πινδάρου, του Κλάτσιοκ, του Σίλλερ.

Μετά τον θάνατο της Διοτίμας άρχισε να σκοτεινιάζει το μυαλό του.  Και στα 1802, δηλ. 32 χρονών, έπεσε σε πνευματική νύχτα. Η ρίζα βρισκότανε πριν από χρόνια μέσα του και τώρα παρουσιάστηκε από τον ερεθισμό του πνεύματος και την υπερκόπωση. Ακόμα μπορούσε ο  Hölderlin να τραγουδά τα ''τραγούδια της νύχτας'', ''Τα γραφτά της ανθρωπότητας''. Ακόμα έμενε το μουσικό του αίσθημα ζωηρό. Ακόμα έβρισκε κάποιες γεμάτες φως εικόνες. Μόνο η σκέψη του με κόπο προχωρούσε από την υπερπληθώρα της φαντασίας του. Το κοίταγμα του έγινε παράδοξα σκοτεινό και η γλώσσα του μυστηριακή.

Έπειτα από τα ''Τραγούδια της νύχτας'' έσβησε πια η ποιητική του δύναμη. Μόνο κάτι που θύμιζαν τις προσπάθειες της νιότης του. Στα 1806 σκοτάδι πηχτό πλάκωσε την σκέψη του. Πρώτα έπεσε σε φρενίτη κι έπειτα σε ήσυχη μελαγχολία. Πέθανε δυστυχισμένος σε ηλικία 75 χρονών.

Ο ''Υπερίονας'' του είναι διδαχτικό ρομάντζο σε φόρμα επιστολών. Διηγιέται ο Υπερίονας την ιστορία του. Μια λαχτάρα, μια ανάμνηση, μια ελπίδα, φιλοσοφική σκέψη και λυρική συγκίνηση, αυτός είναι ο Υπερίονας. Προσπαθεί και αγωνίζεται για την ομορφιά και λευτεριά της ανθρωπότητας, αποτυχαίνει, ναυαγεί στην ωμή πραγματικότητα και αποσύρεται στερνά από τον θάνατο της αγαπημένης του Διοτίμας στην ερημιά όπου ζητεί θεραπεία στις μεγάλες φυσικές δυνάμεις. Εδώ ο  Hölderlin εκφράζει ποιητικά τη δική του κοσμοθεωρία, τη δική του αγάπη για τη Διοτίμα, το δικό του πάθος για την Αρχαία Ελλάδα, που χάθηκε πια, και τη δική του φυσιολατρεία. Είναι λυρικού στυλ το ρομάντζο χωρίς νάχει ούτε φανερή δράση, ούτε χειροπιαστά πρόσωπα. Γεμάτα ύψος είναι ακόμα τα τραγούδια του ''Το άσμα της τύχης'' προς τον αιθέρα, παράκληση στις Μοίρες, τα νιάτα, το μισό της ζωής, Χαϊντελμπεργ, (ειδυλλιακό τραγούδι που έγραψε σαν έφυγε από την Φραγκφούρτη, σ' ένα αποχαιρετιστήριο, ο θρήνος του Μένονα για τη Διοτίμα, ένα σπαραχτικό ερωτικό μοιρολόγι.
Κλείνοντας τη μελέτη αυτή μεταφέρνουμε μερικά τραγούδια του Hölderlin στον Ελληνικό στίχο, έτσι μοναχά για να τον γνωρίσουνε και στην Ελλάδα, στην αγαπημένη Ελλάδα του Ποιητή.

Μόναχο  
ΣΙΤΣΑ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗ